Monthly Archives: Φεβρουαρίου 2011

Διονύσης Σαββόπουλος – Αχαρνής / Ο Αριστοφάνης που γύρισε από τα θυμαράκια

Το 1975 το Εθνικό Θέατρο προγραμματίζει να ανεβάσει την αρχαία κωμωδία του Αριστοφάνη «Αχαρνής» και ζητά από τον Διονύση Σαββόπουλο να επενδύσει μουσικά την παράσταση. O Σαββόπουλος καταπιάνεται με το έργο και μεταφράζοντάς το ο ίδιος, δίνει το δικό του στίγμα στην πλοκή… Η παράσταση τελικά δεν ευτύχησε να ανέβει, αλλά ο ίδιος παρουσιάζει τη δουλειά αυτή το `76, σε ύφος «νούμερο για μπουάτ», ενώ το 1977 βγαίνει διασκευασμένο το έργο και σε δίσκο, με τον τίτλο: «ΑΧΑΡΝΗΣ»-«Ο Αριστοφάνης που γύρισε από τα θυμαράκια» – Τραγούδια για νέους κανταδόρους (όπως ο Σ. Μπουλάς, ο Ν. Παπάζογλου, η Μ. Τανάγρη, Ν. Ζιώγαλας, Η.Λιούγκος, Β. Ξύδης, Μ.Ρασούλης, Κ. Γεωργίου).
Ο Νιόνιος υπήρξε για τους «χλιαρούς πιτσιρικάδες» της γενιάς του `80, το άλλοθι για την «έντεχνη/προβληματισμένη» μουσική, σε συνδυασμό με μια φωνή αντίδρασης στο κατεστημένο και ενάντια στην καταπίεση μαύρων εποχών, άσχετα αν ποτέ δεν τις ζήσαμε.
Όταν λοιπόν αναζητώντας κι άλλα τραγούδια του, έπεσε στα χέρια μου στην παιδική -πλην ώριμη- ηλικία των 15 ετών, η κασέτα εταιρείας με τους «Αχαρνής», μπορεί αρχικά να μην ενθουσιάστηκα τρελά, αλλά αυτός ο δίσκος έμεινε για πάντα χαραγμένος στη μνήμη μου, και με το πέρασμα των χρόνων εκτιμούσα ολοένα και περισσότερο αυτήν την (ερασιτεχνική όπως νομίζω προσέγγιση του Αριστοφάνη) δουλειά του πρώην ινδάλματος. Είχα αποστηθίσει ολόκληρα αποσπάσματα, ενώ στίχοι κι ατάκες του έργου, στέγαζαν -κατά καιρούς- στιγμές της ζωής μου.
Το έργο χωρίζεται σε εννέα μέρη:
1.Πρόλογος:
Βρισκόμαστε στη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου και ένας πολίτης της δημοκρατικής Αθήνας, ο Δικαιόπολις, κουρασμένος από τον διαρκή αποκλεισμό και την στέρηση, αποφασίζει να συνάψει ιδιωτική συνθήκη ειρήνης με τον εχθρό, τους Σπαρτιάτες. Το γεγονός αυτό εξοργίζει ομάδες γέρων κατοίκων από τις «Αχαρναί» (εκεί που σήμερα βρίσκεται το «Μενίδι»), καρβουνιάρηδες στο επάγγελμα. Αυτοί αποτελούν και τον «Χορό» που με προσβεβλημμένο το «πατριωτικό τους αίσθημα» αναζητούν να λυντσάρουν τον «προδότη ειρηναίο».
2.Πάροδος: [ακούγονται οι: Δ.Σαββόπουλος, Ν.Παπάζογλου, Β.Ξύδης, Η.Λιούγκος]
Οι Αχαρνείς εισέρχονται στην ορχήστρα κι ακούγεται το τραγούδι του Χορού, που εξηγεί ποιοι είναι και τους λόγους για τους οποίους οφείλουν να εξοντώσουν τον άνθρωπο που αυθαίρετα αποφάσισε να κάνει ειρήνη με τον μισητό εχθρό.
3.Φαλλική πομπή: [ακούγονται ο Δ.Σαββόπουλος και η Μελίνα Τανάγρη.]
Στη σκηνή μπαίνει ο Δικαιόπολις και η οικογένειά του με ύμνους για την χαρά της Ζωής, την Ειρήνη και τον Έρωτα.
(Ο Σαββόπουλος πιστός στα αχνάρια του αθυρόστομου Αριστοφάνη χρησιμοποιεί «πικάντικους» στίχους:
«Το πανεράκι κράτα θυγατέρα,
χαρούμενα σαν να `χες καταπιεί φλογέρα.
Όμορφα γελάς! Η τύχη σου θ` ανοίξει…
Ο νιός που θα σε πάρει! Θα σε ξεσκίσει…»)
4. Σύγκρουση:
Ο Χορός ανακαλύπτει τον Δικαιόπολι κι ετοιμάζεται να τον πετροβολήσει, ενώ ο ίδιος ικετεύει για λίγο χρόνο ώστε να απολογηθεί, να τους εξηγήσει τους λόγους της πράξης του. Προσφέρει δε το κεφάλι του (τοποθετώντας το στον τάκο του χασάπη) σε περίπτωση που δεν τους μεταπείσει, αλλά ο Χορός είναι ανένδοτος κι απελπισμένος ο Δικαιόπολις σκαρφίζεται ένα άλλο σχέδιο. Υποκρίνεται ότι κρατάει -σε ένα τσουβάλι καρβουνόσκονης- όμηρο, έναν δικό τους Αχαρνέα και απειλεί ότι θα τον σκοτώσει εάν δεν του δώσουν το δικαίωμα της απολογίας. Κάτω από αυτήν την πίεση ο Χορός υποχωρεί και δίνει τον απαραίτητο χρόνο στον πρωταγωνιστή να ετοιμάσει την απολογία του.
5. Αγώνας:
Ο Δικαιόπολις παρακαλεί τον Ευριπίδη -μεγάλο τραγικό ποιητή της εποχής- να του δανείσει μερικά «κουρέλια» και φτηνά επιχειρήματα σαν αυτά που χρησιμοποιεί στις τραγωδίες του, ώστε να συγκινήσει τον Χορό και να γλιτώσει το κεφάλι του.
(Στο μέρος αυτό φαίνεται η αντιπάθεια του Αριστοφάνη προς τους «τραγικούς ποιητές» της εποχής, που θεωρεί πως «ναρκώνουν» τον Λαό με τα μελοδράματα, αποκρύπτοντας τα πραγματικά του προβλήματα. Δεν ξέρω αν θα θεωρηθεί βλάσφημο, να παραλληλίσω αυτήν την κόντρα Αριστοφάνη-Ευριπίδη με την σύγχρονη Πανούση-Νταλάρα …)
Αφού ο Ευριπίδης του δίνει τα «κουρέλια» που ζητάει, ο Δικαιόπολις φορώντας τα, υποστηρίζει πως τα πραγματικά αίτια του πολέμου δεν ήταν αυτά που τους είπαν οι πολιτικοί και στρατηγοί, αλλά περισσότερο ευτελή: Για τρείς πόρνες που έκλεψαν οι μεν απ` τους δε και γενικώς μια γελοία παρεξήγηση. Δημιουργείται σύγχυση, αλλά σημασία έχει πως ο Χορός χωρίζεται πια σε δύο Ημιχόρια. Το ένα που πείθεται από τις αιτιάσεις του απολογούμενου και τον υπερασπίζεται, ενώ το δεύτερο Ημιχόριο καλεί απεγνωσμένα τον «Στρατηγό Λάμαχο» – θεματοφύλακα των αξιών τους- να αντιμετωπίσει τον αναρχικό… Μα και η άφιξη του Στρατηγού έχει σαν αποτέλεσμα να εξευτελιστεί ο Λάμαχος στην μεταξύ τους λογομαχία και να δικαιωθεί ο Δικαιόπολις.
«Αυθεντικός! σαν έργο του δημιουργού του…να μην τον φθείρει η Ιστορία.
Ηθοποιός! να μην τον παρασύρει το κοινό και οι αντζέντηδες. και…
Είρωνας ! Είρωνας! με το ματάκι παιχνιδιάρικο και με το κεφαλάκι πάνω στον πάγκο του χασάπη.»
06.Παράβασις: [ακούγεται ο Νίκος Παπάζογλου και ο Χορός]
Στο μουσικό αυτό διάλειμμα ο Σαββόπουλος φαίνεται να ταυτίζει στιχουργικά τον εαυτό του με τον Αριστοφάνη…
«Ζει τα ωραία πράγματα, μ`αίμα και με θυσίες
προς το συμφέρον όλων σας και το κοινό καλό.
Δεν θα σας πει παινέματα, δεν θέλει κολακείες…
και για την ευτυχία σας, πληρώνει τον καιρό.»

7.Στάσιμο:
Πλέον ο Δικαιόπολις έχει θριαμβεύσει και όλοι τάσσονται με το μέρος του ζητώντας του λίγη απ` την ειρήνη και τα αγαθά που προσφέρει, ενώ τον μακαρίζουν για τον τρόπο ζωής που επέλεξε… της χαράς, του Έρωτα, της απόλαυσης της ζωής μακρυά από τους πολιτικάντηδες, συκοφάντες και πολεμοχαρείς Λαοπλάνους.
«Τήνελλα καλλίνικος» που μπορεί και να σημαίνει: πέσ`τα Χρυσόστομε!
8.Κύρηκες: [ακούγονται οι Ν.Παπάζογλου, Σ.Μπουλάς, Ν.Ζιώγαλας, Μ.Τανάγρη ]
Δύο κύρηκες στέλνονται, ο πρώτος καλεί τον Δικαιόπολι να λάβει μέρος στα Διονύσια και τον αγώνα οινοποσίας, ενώ ο δεύτερος καλεί τον Λάμαχο να υπερασπιστεί τα περάσματα και να ριχθεί στην μάχη. Και οι δύο λοιπόν ετοιμάζονται ,για την αποστολή του ο καθένας. Ο Δικαιόπολις για την γιορτή κι ο Λάμαχος για τον πόλεμο.
(Δεν ξέρω κατά πόσο ο Αριστοφάνης ήθελε να εξευτελίσει και να γελοιοποιήσει το πρόσωπο του Λαμάχου, έχω όμως την αίσθηση πως ο Σαββόπουλος δεν κάνει το ίδιο, δίνοντας στον Λάμαχο ένα μερίδιο συμπάθειας του κοινού, τοποθετώντας κι εκείνον στην πλευρά των άβουλων θυμάτων μιας -εκ παλαιών- δεδομένης κατάστασης. Ακόμα και το απόσπασμα που αποδίδεται στον Χορό θα μπορούσε να ήταν το παράπονο του γέρου στρατιώτη:
«Πολέμησα καιρό σε όλα τα πεδία
και με τυφλή μανία, ξέσκιζα τον εχθρό
Τώρα με χειρουργεί η αλλοίθωρη Νεολαία…
μια τσογλανοπαρέα, που κάνει κριτική !»)
9. Έξοδος: [ακούγονται ο Δ.Σαββόπουλος και ο Σ.Μπουλάς]
Ο Λάμαχος τραυματίζεται στην μάχη και αυτοοικτίρεται ενώ ο Δικαιόπολις κερδίζει το βραβείο στον αγώνα οινοποσίας και -δίκαια- απολαμβάνει τον θρίαμβό του! Πραγματοποιείται η έξοδος από τη σκηνή, με τους πάντες να δοξάζουν τον Δικαιόπολι και τις ιδέες του.!

«Λάμαχος: -Σήκωσε την ασπίδα για ομπρέλα! Αποχωρούμε…. αχ! χιονίζει! Χειμέρια τα πράγματα…»
«Δικαιόπολις: -Σήκωσε το μεγάλο δείπνο ν` ανοιχτούμε ! ναι… χιονίζει! Αρχίζουνε τα θαύματα…»

Από Vertigo 
www.activeradio.gr

Buena Vista Social Club At Carnegie Hall

Buena Vista Social Club
Buena Vista Social Club at Carnegie Hall
World Circuit
2008

There is an old joke about a young man walking the streets of New York City with a violin case under his arm. After failing to find the address he’s looking for, he stops and asks the first person he sees for directions. «How do I get to Carnegie Hall?» he inquires. Without blinking an eye, the other man replies, «Practice, my dear man, practice.» Ten years ago this prestigious hall, which has witnessed some of the best musicians and bands through the ages, hosted a «one-off» event featuring the Buena Vista Social Club band.


It has been said that every artist who stands on the Carnegie stage is standing on history anchored by excellence. And surely, the Buena Vista debut cannot be described otherwise than as momentous. Beside becoming the all-time best selling record in the world music genre, the Buena Vista Social Club (World Circuit, 1997) studio album did something more than that—it promoted Cuban culture in a way that hadn’t been done before (or since Tony Montana). The record was brimming with magic and full of songs from the vast trove of musical treasures with which Cuba is plentiful.


But the performance at Carnegie Hall on the 1st of July 1998 remains the pinnacle of the Buena Vista project. Ten years after the event, Buena Vista Social Club at Carnegie Hall has been, at last, released—for everyone who was there to remember, and everyone else to enjoy.


It’s possible that no music has ever appealed to so many people around the globe as has Cuban music. With so many different roots and influences, no wonder it has enchanted and seduced such a diverse collection of peoples. Somehow there is something for everyone. The island’s music, instruments and dances are mostly of European (particularly Spanish) and African origin. Most forms of the present day are creolized fusions and mixtures of these two great sources. Large numbers of African slaves and European (mostly Spanish) immigrants came to Cuba and brought their own forms of music to the island. There were even Chinese indentured laborers later in the 19th century.

All these peoples brought their musics and instruments and the plethora of influences spawned a myriad of styles. Since the 19th century, Cuban music has been hugely popular and influential throughout the world and has produced many celebrated artists and songs. Through the years, music has been the most exported Cuban product beside cigars, rum and revolutions.


But the Buena Vista Social Club album, the Wim Wenders film and subsequent solo recordings by some of the participants were truly a revolution. Artists like these don’t come along too often, and though some of them were well known and respected prior to Buena Vista, it took 70, 80 or 90 years for their 15 minutes of fame to come on a global level.

The music throughout Buena Vista Social Club at Carnegie Hall is a deep pleasure—melodic and full of warmth. The songs beg for motion from the listener. «Chan Chan» will surely draw a smile on your face as soon as you hear the now familiar chords. It is impossible to remain still while listening to songs like «Candela,» «El Cuarto de Tula» and «El Carratero,» as they raise the temperature with impassioned vocals and faster tempos. The boleros—»Quizas, Quizas,» «Veinte Anos» and «Dos Gardenias»—are magnificent. There are three tracks heard on Introducing Ruben Gonzales (World Circuit, 1997)—»Mandinga,» «Siboney» and «Almendra.»

As for guitarist (and producer) Ry Cooder, his performance may be surprising to those familiar only with his signature style. Here he’s a tender and sensitive contributor who never dominates (check «Silencio»). Cooder nevertheless plays a key role in an ensemble that has produced a highly enjoyable debut. Glimpses of the triumph at Carnegie Hall can be seen in the Wenders movie, where the group is seen performing «Chan Chan» for their encore (not included on the audio disc), and when bandleader Juan de Marcos’ aunt brought the Cuban flag on the stage.


With high-spirited ecstasy sprinkled throughout this recording, Buena Vista Social Club at Carnegie Hall is a hard album to sit still through, and an even harder one to listen to just once. These songs recapture the magic of the studio record. They shine with the same glow and evoke an era that is long gone.

Tracks:
CD1:Chan Chan; De Camino A La Vereda; El Cuarto De Tula; La Enganadora; Buena Vista Social Club; Dos Gardenias; Quizas, Quizas; Veinte. CD2: Orgullecida; Y Tu Que Has Hecho? Siboney; Mandinga; Almendra; El Carretero; Candela; Silencio.


Personnel: Octavio Calder: trumpet; Joachim Cooder, drums, percussion; Ry Cooder, guitars; Angel «Terry» Domech, congas; Ibrahim Ferrer, vocals; Roberto Garcia: bongos, cowbell, guiro; Hugo Garzen: vocals; Juan de Marcos Gonzalez: bandleader, coro, guiro; Ruben Gonzalez, piano; Pao Leyva: vocals; Manuel «Puntillita» Licea: vocals; Orlando «Cachato» Lopez: bass; Manuel «Guajiro» Mirabal: trumpet; Eliades Ochoa: guitar, vocals; Omara Portuondo: vocals; Jesus «Aguaje» Ramos: bandleader for Ruben Gonzalez, trombone; Salvador Repilado: bass; Compay Segundo; guitar, vocals; Benito Suarez Magana: guitar; Barbarito Torres: laoud; Alberto «Virgilio» Valdes: maracas, coro; Amadito Valdes: timbales.

allaboutjazz

Cesaria Evora – Cafe Atlantico

After nearly a decade of shuffling around barefoot from one festival stage to another, the Queen of Cape Verde finally went global. West Africa has long looked to Havana for inspiration, and this is a truly transatlantic brew. Smooth and milky at first taste, CAFE ATLANTICO has just enough bitterness to remind us that Evora’s roots lie in songs of yearning, loss, and hardship.


There’s a good variety of styles and influences here: a son straight out of Havana («Beijo de Longe») and an Angolan forro («Terezinha») are brave steps away from the plangent guitars and seductive melodies that have characterised her albums to date. And there are more than a few salient reminders too of the morna style that she has made her own, notably in «Vaquinha Mansa» and the stylish «Amor di Mundo.» The instrumental arrangements come courtesy of Jacques Morelenbaum and are as crafted as you’d expect. This is an album that would make a palm tree bend at the knees and long for summer. Why wait? Kick off your shoes and shuffle.

CAFE ATLANTICO was nominated for the 2000 Grammy Award for Best World Music Album.


Cesaria Evora – Sorte

Personnel: Totinho (vocals, soprano saxophone, tenor saxophone, percussion); Bau (guitar, 12-string guitar, cavaquinho); Luis Ramos (guitar, slide guitar, background vocals); Jose Paris (acoustic guitar, acoustic bass, background vocals); Jacinto Pereira (cavaquinho, background vocals); Conde Djeli Moussa (kora); Lazaro Dagoberto Gonzalez, Jose Luis Dominguez, Alioth Castillo, Mario Fernandez, Omar Pereira, Leonel Hernandez, Raymond Morales, Ana Julia Feria, Fresi Garcia, Dania Gutierrez, Julian Corrales Subida, Gerardo Rafael Garcia Huerta, Roberto Dias, Julian Corrales, Ariel Mendez, Ernesto Dias Vera, Augusto Carreras, Genardo Garcia, Hugo Cruz (violin); Alejandro Rodriguez , Arelis Copello, Gladis La Tamayo (cello); Daniel Penalver, Raul Valdez, Zorime Mercedez, Manuel Garcia, Orlando «Maraca» Valle (flute); Jacky Fourniret (accordion); Emilio Heredia, Enrique Rodriguez, Michel Padron (trumpet); Francisco Santiago, Segundo Mendoza (French horn); Alberto Meneses, Ridel Rodriguez (trombone); Antonio Penalver (bass trombone); Nando Andrade (piano, background vocals); Franck Emilio Flynn (piano); Francisco Valdez, Andres Grana, Carlos del Puerto (double bass); Calu (drums, background vocals); Silvano Michelino (bongos, pandeiro); Elilio del Monte (timbales); Tey Santos (percussion); John Nobre, Manuna, Aramis, Nedelise, Armandine, Valerie Belinga, Marie-Paule Tribord, Valerie Tribord, Nadine, Juan Carlos Estrada, Teofilo Chantre, Toy Vieira, Yumuri (background vocals).


Audio Mixers: Jose Da Silva ; Stephanie Caisson.


Recording information: Studio Abdala, Havana, Cuba; Studio Harry Son, Paris, France; Studio Recall, Pompignan.


Photographer: Youri Lenquette.


Arrangers: Nando Andrade; Orlando «Maraca» Valle; Bau.


Personnel: Cesaria Evora (vocals); Totinho (vocals, soprano & tenor saxophones, percussion); Bau (6- & 12-string guitars, cavaquinho); Luis Ramos (slide guitar, background vocals); Jacinto Pereira (cavaquinho, background vocals); Jacky Fourniret (accordion); Nando Andrade (piano, background vocals); Jose Paris (acoustic bass, background vocals); Calu (drums, background vocals); Silvano Michelino (bongos, pandero); Tey Santos (percussion); Valerie Belinga, Valerie Tribord, Toy Viera, Teofilo Chantre, Fred, Armandine, Manuna, NAdine, John Nobre, Nedelise, Yolanda, Stephanie (background vocals). cdUniverse


Track listing
01.»Flor di nha esperanca»
02.»Vaquinha Mansa»
03.»Amor di mundo»
04.»Paraiso di atlantico»
05.»Sorte»
06.»Carnaval de Sao Vicente»
07.»Desilusao dum amdjer»
08.»Nho antone escaderode»
09.»Beijo de longe»
10.»Roma criola»
11.»Perseguida»
12.»Maria Elena»
13.»Cabo verde manda mantenha»
14.»Terezinha»



The glorious Cafe Atlantico finds Cesaria Evora venturing into more Latin American musical landscapes, as opposed to Portuguese, which dominated her previous albums. Evora draws from traditional Cuban and Brazilian music to mesmerizing effect. The album is also a tribute to her home town of Mindelo, on the Cape Verdean island of Sao Vicente, which was once a busy port with sailors cruising between South America, the Caribbean, and Portugal. Therefore, the music is heartbreaking and nostalgic, warm and tragic all at once. The masterful «Carnaval de Sao Vicente» is one of the most joyous, bittersweet party songs ever put on wax (and was even issued as a maxi-single with fantastic remixes). «Roma Criola» is tragic, lonely, destitute, and always interesting, making for an undiscovered masterpiece of a ballad, and her rendition of the Spanish language standard «Maria Elena» is absolutely heartbreaking. The album evokes a moody elegance rarely found in modern music, from the sweeping opener «Flor Di Nha Esperanca» to the summery «Amor Di Mundo,» and the picture she paints of this cafe at the end of the world is a gorgeous, multi-colored, and emotion-stirring palate. This album is nothing short of world class and will be enjoyed by generations to come. ~ Jose Promis, All Music Guide


Cesária Évora – Terezinha

Classic JJ Cale: The Universal Masters Collection

Artist: J.J. Cale


Release Date: December 27, 1999
Type: Compilation (best of)
Genre: Rock


Review
1999’s single-disc Classic JJ Cale: The Universal Masters Collection is as solid as the Chronicles double CD issued a few years prior, but without any of the filler. This one is loaded with 18 tracks from J.J. Cale’s prime, including «Magnolia,» «After Midnight,» «Call Me the Breeze,» «Cocaine,» and more. It also includes latter-day staples such as «Shanghaid» and «Downtown L.A.» The consistency of this Okie-drenched, red-dirt, laid-back blues strut is remarkable. It packs a quiet yet unmistakable wallop. This is easily the best single-disc collection out there and features completely remastered sound. ~ Thom Jurek, Rovi


Track Listings


1. After Midnight
2. Magnolia
3. Crazy Mama
4. Call Me the Breeze
5. Lies
6. Cajun Moon
7. Rock and Roll Records
8. Cocaine
9. Hey Baby
10. Don’t Cry Sister
11. Carry On
12. Mama Don’t
13. Devil in Disguise
14. Downtown L.A.
15. Shanghaid
16. Change Your Mind
17. Lonesome Train
18. Long Way Home



Don’t Cry Sister

Credits
J.J. Cale (Composer), J.J. Cale (Producer), Audie Ashworth (Composer), Audie Ashworth (Producer), Colin Escott (Liner Notes)

ART BLAKEY AND THE JAZZ MESSENGERS – "MOANIN"

Moanin’ is a jazz album by Art Blakey and the Jazz Messengers, recorded in 1958.


This was Blakey’s first album for Blue Note in several years, after a period of recording for a miscellany of labels, and marked both a homecoming and a fresh start. Originally the LP was self-titled, but the instant popularity of the bluesy opening track «Moanin'» (by pianist Bobby Timmons) led to its becoming known by that title. The rest of the originals are by saxophonist Benny Golson (who wasn’t with the Jazz Messengers for very long, this being the only American album on which he is featured). «Are You Real?» is a propulsive thirty-two-bar piece with a four-bar tag, featuring strong two-part writing for Golson and trumpeter Lee Morgan; «Along Came Betty» is a more lyrical, long-lined piece, almost serving as the album’s ballad. «The Drum Thunder Suite» is a feature for Blakey, in three movements, or themes: «Drum Thunder»; «Cry a Blue Tear» (with a Latin feel); and «Harlem’s Disciples». «Blues March» calls on the feeling of the New Orleans marching bands, and the album finishes on its only standard, an unusually brisk reading of «Come Rain or Come Shine». Of the originals on the album, all but the «Drum Thunder Suite» became staples of the Messengers book, even after Timmons and Golson were gone.


The album stands as one of the archetypal hard bop albums of the era, for the intensity of Blakey’s drumming and the work of Morgan, Golson and Timmons, and for its combination of old-fashioned gospel and blues influences with a sophisticated modern jazz sensibility. The album was identified by Scott Yanow in his Allmusic essay «Hard Bop» as one of the 17 Essential Hard Bop Recordings.


A vocalese version of «Moanin'» was later written by Jon Hendricks, and recorded by Lambert, Hendricks and Ross, as well as jazz vocalist Bill Henderson.


Track listing
Recorded 30 October 1958 by Rudy Van Gelder.
All songs by Benny Golson except where indicated.
«Moanin'» (Bobby Timmons) – 9:30
«Are You Real?» – 4:47
«Along Came Betty» – 6:08
«The Drum Thunder (Miniature) Suite» – 7:30
«Blues March» – 6:13
«Come Rain or Come Shine» (Harold Arlen, Johnny Mercer) – 5:45
Bonus tracks on reissued editions include:
Warm-up and dialogue between Lee Morgan and Rudy van Gelder – 0:35
2. – 7. Original tracks
«Moanin'» (alternative take) (Timmons) – 9:19


Personnel
Lee Morgan — trumpet
Benny Golson — tenor saxophone
Bobby Timmons — piano
Jymie Merritt — bass
Art Blakey — drums

source: WIKIPEDIA

Bob Marley & The Wailers – Uprising – 1980

Tracklist

01. (04:30) – Coming In From The Cold
02. (03:08) – Real Situation
03. (02:50) – Bad Card
04. (03:14) – We And Dem
05. (03:41) – Work
06. (03:36) – Zion Train
07. (03:27) – Pimper’s Paradise
08. (03:56) – Could You Be Loved
09. (04:02) – Forever Loving Jah
10. (03:53) – Redemption Song
11. (04:50) – Redemption Song [Bonus Track / Band Version]
12. (05:25) – Could You Be Loved [Bonus Track / 12″ mix]


Playing Time………: 00:46:32
Total Size………..: 107.15 MB


Codec…………….: LAME 3.98
Version…………..: MPEG 1 Layer III
Quality…………..: Insane, (avg. bitrate: 320kbps)
Channels………….: Stereo / 44100 hz
Tags……………..: ID3 v1.1, ID3 v2.3